Back home for Christmas


.

dream steamer

Γεια σας 🙂
βρισκομαι στην Ικαρια και δεν αντεχω παρα να γραψω στη γλωσσα του τοπου, δηλαδη στα Ελληνικα. Ειναι χειμωνας, εποχη για παλιες ιστοριες. Ομως δεν μου βγαινει να σας πω μια δικη μου γιατι ειμαι πολυ κουρασμενη.
^^’
.
Για την Ικαρία του 1978-80 στο 'Πύραυλος των Υπογείων' του Βασίλη Ηλιακόπουλου με τίτλο: 'Back Home for Christmas'Αντι για μενα λοιπον, καλυτερα να διαβασετε το γραπτο του Βασιλη Ηλιακοπουλου απο το μπλογκ του που λεγεται «Πυραυλος των Υπογειων» και εχει τιτλο: Back home for Christmas. Απο τις πρόσθετες φωτογραφιες μερικες ειναι δικες μου και οι υπολοιπες ανηκουν σε γνωστους και αγνωστους φιλους απο το Flickr. Με αυτες τις προσθηκες προσπαθησα να αποδωσω εικονικα, αν και χωρις να δείξω προσωπα και παλιες καταστασεις, παρα μονο σκηνες του τοπιου, κατι απο την κλειστη και τραχεια, ομως τοσο θερμη και οικεια σε μενα, το περαστικο πουλι, ατμοσφαιρα που περιγραφει ο Ηλιακοπουλος.

Back home for Christmas

Armenistis Ikaria winter wave

«Έχω βρεθεί καταχείμωνο στην Ικαρία, τότε που οι λιγοστοί κάτοικοι λουφάζουν περιμένοντας να περάσουν οι δύσκολες εποχές. Αγριεμένος ο καιρός, τρία μέτρα ψηλή η θάλασσα, ορμάει με πάταγο στην προκυμαία και η νύχτα προμηνύεται όλο βουητό και αντάρα. Ο Αρμενιστής, ένα παλιό ψαροχώρι, εκτεθειμένο στους βορεινούς καιρούς, δεν κρατάει το χειμώνα πάνω από τριάντα ανθρώπους. Όσοι δεν κάθονται γύρω από τη σπιτική φωτιά μαζεύονται στον καφενέ, τραβούν τα παραθυρόφυλλα και τις ξύλινες πόρτες που μαστιγώνονται από θαλασσινές ριπές. Παλιοί ναυτικοί και μετανάστες που γύρισαν ύστερα από χρόνια στην Αμερική, βολεύονται γύρω απ’ τη σόμπα, ψήνουν κάστανα και πίνουν ρακί.»

Armenistis Ikaria winter calm with a bird on a rock

«Ο μπάρμπα-Δημήτρης, ο Κόχυλας, ο καφετζής, άρχοντας της λιτότητας, αράζει σ’ έναν πάγκο στη γωνία, χωμένος σ’ ένα βαρύ δερματόδετο βιβλίο που αν κανείς κάνει τον κόπο και πλησιάσει, θα διαβάσει: “Απομνημονεύματα του Στρατηγού Σαράφη„. Η γυναίκα του, η κυρά-Μαρία, όρθια στην άλλη γωνία, στην κουζίνα, τηγανίζει ψαράκια που τσιτσιρίζουν στο τηγάνι της. Ο καφενές τρίζει από την επίθεση των καιρών και όσοι είναι μαζεμένοι γύρω από τη σόμπα ξαναμμένοι από τη ρακή, το ρίχνουν στη συζήτηση για τα καράβια που έπιαναν παλιά στην Ικαρία.»

Armenistis Ikaria winter storm and rainbow splash by Wim De Weerdt on Flickr

«Το μεγάλο ερώτημα που ρίχτηκε στη κουβέντα, είναι: “Πότε ήρθε για τελευταία φορά το Μιμίκα Λ. στον Αρμενιστή„. Ήταν το ’47 ή το ’49; Για όσους δεν ξέρουν τι λαός είναι οι Ικαριώτες, πρέπει να πω ότι είναι πρωτομάστορες του καλαμπουριού και των ιστοριών. Όταν άρχιζε ο Στρατής ο Αφιανές ερχότανε μια στιγμή που βρισκόσουνα, χωρίς να το καταλάβεις, κυκλωμένος από παντού να τσαλαβουτάς μέσα στο τραγελαφικό και το παράδοξο. Κι όταν σηκωνότανε όρθιος ο Σταμάτης ο Κόχυλας, ο μεγάλος αδελφός του μπάρμπα-Δημήτρη, που ’χε κι αυτός έναν μικρό καφενέ πάνω από την προκυμαία, κοντός, ξερακιανός, αργομίλητος, τότε απλωνότανε νεκρική σιγή. Κι έπειτα, τα καλαμπούρια. Οι Ικαριώτες μπορούν να πειράζουν ο έναν τον άλλον για μια ολόκληρη νύχτα. Το κάνουν σαν ένα παιχνίδι που γυρίζει γύρω-γύρω κι αυτός που αρχίζει θα δεχτεί με τη σειρά του τα πειράγματα των άλλων. Άντρες πλατύστερνοι και βαριοκόκκαλοι, γέρνουν πάνω στην καρέκλα και με μάτια που λάμπουν από περιπαικτική διάθεση αμολάν το καλαμπούρι ενώ με τα χοντροδάχτυλά τους τρίβουν το κάστανο και ταυτόχρονα περιεργάζονται μία το θύμα και μία τις αντιδράσεις της παρέας. Ώρες-ώρες ο καφενές σείεται από τα γέλια. Πότε ήταν λοιπόν, το ’47 ή το ’49; Ήταν πριν από το γάμο του Τάσου του Φραγκούλη ή τότε που ο Τσαντίρης ο γέρος γύρισε από το Σικάγο και είπε ότι θέλει ν’ αφήσει τα κόκαλά του εδώ πέρα στα χώματα τα πατρογονικά.»

Eleni in Ikaria, February 08, 2006, thalassograph 2

«Όποιος δεν καλοθυμάται γίνεται αντικείμενο γενικής θυμηδίας. Μετά η συζήτηση προχωράει στα παλιά καράβια. Το Προπολεμικό «Φρίντο» που έκαιγε κάρβουνο, το «Παντελής», το «Δεσποινάκι» και η «Μαριλένα» πρώην «Κωστάκης Τόγιας». Μετά ερχότανε το «Μυρτιδιώτισσα» η «Μιμίκα Λ» και τα ιταλικά: ο «Κολοκοτρώνης», ο «Καραϊσκάκης» και το «Έλλη». Καράβια, φαντάσματα καραβιών που πέρναγαν σαν παλιές γκραβούρες μέσα απ’ την κουβέντα τους.»

Lighthouse in Armenistís by Ralf Moritz on Flickr

«Αλήθεια, τι απόσταση από το “Μιμίκα Λ.„ μέχρι το “Αιγαίο„! Κι από το Ο/Γ “Αιγαίο„ στις αρχές της δεκαετίας του ’80 ως τα σήμερα, τέλη του ’90. Παλιά σιδερένια βαπόρια με στρογγυλές πρύμνες, μυτερές πλώρες και ξύλινα καταστρώματα. Παστωμένα με άσπρη λαδομπογιά, με δερμάτινους καναπέδες και ξύλινες επενδύσεις. Το “Αιγαίο„ παλιό και ταλαιπωρημένο διέσχιζε το Ικάριο, βυθιζόταν με την πλώρη μέσα στο κύμα κι όταν σηκωνότανε πάνω από την ίσαλο γραμμή έβλεπες τα μίνια και τις ξεφλουδισμένες μπογιές του. Οι Ικαριώτες όμως ήταν βαθιά δεμένοι μ’ αυτό το πλοίο. Τους έφερνε στον Πειραιά μ’ όλους τους καιρούς κι από κει πίσω στο σπίτι τους. Γέρνανε στις κουπαστές και αγναντεύαν το νησί τους καθώς το καράβι έπλεε κατά μήκος του για μια ολόκληρη ώρα γιατί είναι ένα εξαιρετικά μακρόστενο νησί η Ικαρία.»

Hand by Eva Devriendt on Flickr

«Όπως το πλοίο έβγαινε από τον Άγιο Κήρυκο και τράβαγε δυτικά παραπλέοντας όλη τη νότια πλευρά του νησιού που την δέρνει το Ικάριο δείχνανε ο ένας στον άλλο με το δάχτυλο, και ονομάζανε με το όνομά τους, όλα τα χωριά, ένα, ένα. Γέροι με χοντρά τζην και καρρώ πουκάμισα φοράγανε εκείνα τα παλιά αμερικάνικα γυαλιά με τον μαύρο σκελετό που έδιναν οι αμερικάνικες κοινωνικές υπηρεσίες, το αμερικάνικο ΙΚΑ, στη δεκαετία του ’60. Στις πλάτες τους κρεμόταν ο γυλιός φτιαγμένος από δέρμα κατσίκας με το τρίχωμα προς τα έξω. Γυναίκες μαντηλοδεμένες, νύφες, γαμπροί, παιδιά.»

ikarialandscape by Gabriela Sofia Flores Schnaider inside album Ikaria on Flickr

«Διακρίνανε τα χωριά το ένα μετά το άλλο και στο τέλος πια τον Μαγγανίτη και μετά το Καρκινάγρι, που κρέμονταν πάνω στον απόκρημνο βράχο. Ξεχώριζαν το δρόμο που χρόνια τώρα πάσχιζε, με τις μπουλντόζες και τα φουρνέλα, ν’ ανοίξει η ΜΟΜΑ για να ενώσει το νησί. Κι όταν προσπέρναγαν το ακρωτήριο Παππάς, με τον φάρο του, τότε ήσυχοι πια κατέβαιναν στα σαλόνια του καραβιού και παρέες-παρέες άνοιγαν τα φαγητά με τα κεφτεδάκια και το ψωμοτύρι και τραβάγανε κοντά τη νταμιτζάνα με το κόκκινο Ικαριώτικο κρασί.»

« . . . »

.
.

Τι ωραιο κειμενο! ^^’
Καλε μου αγνωστε αναγνωστη αν θελεις κι ενα οχι για τη θαλασσα αλλα για το βουνο της ιδιας ή πιο παλιας εποχης, διαβασε στο μπλογκ της Νανας το:

Ήμεσσαν τρεις ψυχεροί ελόου μας…

.
⭐ ⭐ ⭐
.

 

.
.
.

Κι αν θες τη γνωμη μου, πιστευω οτι και σημερα πισω απο το τσιμεντο, τα μηχανηματα και το τουριστικο πασαλειμμα επικαλυμμα, κατι δυνατο απο ολα αυτα υπαρχει ακομα.  ❤

Ελενη Ικ.
Ικαρια, 27 Ιανουαριου 2016

.
.